Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Μάργκαρετ Θάτσερ και οι απαρχές του νεοφιλελευθερισμού– νεοσυντηρητισμού

Ο θάνατος της σιδηράς κυρίας Μάργκαρετ Θάτσερ, έφερε στο προσκήνιο, τις απαρχές διαμόρφωσης των οικονομικών πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού – νεοσυντηρητισμού, που κυριάρχησαν στη παγκόσμια οικονομία στο πρόσφατο παρελθόν μέσω του διδύμου Θάτσερ – Ρήγκαν ή όπως καλύτερα έγιναν γνωστές σαν Θατσερεκονόμικς ή Ρηγκανεκονόμικς . Το βασικό στοιχείο αυτών των οικονομικών πολιτικών ήταν η κυριαρχία της αγοράς/ων στις οικονομικές δραστηριότητες. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που οδήγησε στη συνέχεια στη απορρύθμιση των αγορών η οποία αποτελεί μέχρι και σήμερα την  μόνιμη αιτία, της τρέχουσας κρίσης.
Αυτός ήταν ο παράγοντας της απόλυτης κυριαρχίας των χρηματοπιστωτικών αγορών και των golden boys στη πραγματική οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο, που έσπρωξε στη ανάπτυξη του καπιταλισμού καζίνου και των παραγώγων του, αλλά και στη εξειδίκευση σε αυτά τα προϊόντα, ανεπτυγμένες χώρες της  Δύσης όπως της ΗΠΑ. Από τη άλλη οι παραγωγές με την παγκοσμιοποίηση των αγορών, στράφηκαν σε νέες περιοχές, τις λεγόμενες αναδυόμενες Αγορές (Κίνα, Ινδία) αξιοποιώντας το συγκριτικό τους πλεονέκτημα που ήταν το χαμηλό κόστος της εργατικής δύναμης. Αποτέλεσμα η αποβιομηχανοποίηση σε σημαντικό βαθμό χωρών του δυτικού κόσμου με τη μετατροπή τους σε κοινωνίες του τριτογενή τομέα, όπου οι τράπεζες, τα παράγωγα, και τα funds απόκτησαν κυρίαρχο ρόλο  στις οικονομικές δραστηριότητες σε σχέση με την πραγματική οικονομία. Σταδιακά αυτές οι κοινωνίες μετατράπηκαν από κοινωνίες παραγωγής σε κοινωνίες κατανάλωσης. Από χώρες εξαγωγής κεφαλαίων σε χώρες εισαγωγής κεφαλαίων με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις ΗΠΑ.
Οι Θατσερικές οικονομικές πολιτικές ταυτιστήκαν με την διάλυση του walfare state, τις ιδιωτικοποιήσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το αγώνα ενάντια των ανθρακωρύχων στο ΗΒ.
Στις παρακαταθήκες των πολιτικών της σιδηράς κυρίας εκτός των άλλων, ήταν ότι από την αρχή υπήρξε  βασική πολέμια του ενιαίου νομίσματος. Δέκα ολόκληρα χρόνια  πριν την δημιουργία της ΟΝΕ, στις αρχές του 90 σε συζήτηση στη βουλή των λόρδων για το ενιαίο νόμισμα και τη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είχε δηλώσει ότι «το Ευρώ είναι απειλή για τη Δημοκρατία». Θεμελιωτής  του σημερινού Ευρωσκεπτικισμού της εξόδου από το ευρώ και επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, μπορεί να θεωρείται λοιπόν η σιδηρά κυρία.
Ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να ταυτίζεται με τις πολιτικές περιορισμού του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους πάνω στις αγορές. Όμως είναι πολύ διαφορετικό από την κυριαρχία του κράτους σε παραγωγικές δραστηριότητες (ιδιοκτησία) που χαρακτήριζε για μια μεγάλη περίοδο τις απόψεις της παραδοσιακής αριστεράς με τη λεγόμενη σχεδιασμένη κεντρική οικονομία του πάλε πότε υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και με τη «σοσιαλομανία» των γενικευμένων κρατικοποιήσεων της λαϊκής δεξιάς ή του «τριτοκοσμικού σοσιαλισμού» του Πασοκ, και τις γνωστές θεωρίες «Κέντρου – Περιφέρειας του καπιταλισμού και συσσώρευση των κεφαλαίων» της Αμερικανικής σχολής των νεομαρξιστών του Σουίζι Π, Μπάραν Π, Σαμίρ Αμίν, κλπ. Θέλω να θυμίσω ότι μεγάλο μέρος των κρατικοποιήσεων στη χώρα μας έγινε πριν από την άνοδο του Πασοκ στη εξουσία το 1981, από τη κυβέρνηση Κ. Καραμανλή με υπουργό συντονισμού τον κ. Παπαληγούρα. Στη συνέχεια πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις που κρατικοποιήθηκαν κατέληξαν στις λεγόμενες «προβληματικές» που ο έλληνας φορολογούμενος πλήρωσε πολλαπλάσια.
Την άποψη ότι το βέλτιστο οικονομικό σύστημα είναι το μικτό σύστημα, μόνο η σοσιαλδημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη κατάφερε να εδραιώσει με συνέπεια, και για πολλά χρόνια, παρά τις κάποιες υπερβολές που υπήρξαν ακόμα και σε αυτές τις χώρες. Όμως η μεγάλη και αναμφισβήτητη κατάκτηση της ήταν το κράτος πρόνοιας (walfare state), το πλαίσιο κοινωνικών δικαιωμάτων στους τομείς υγείας και εκπαίδευσης και γενικά η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών.
Στο ερώτημα «λιγότερο κράτος» η απάντηση είναι «τι, ποιο, κράτος» αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας γενικός κανόνας που εκφράζει τη απόλυτη αλήθεια και  έχει γενική εφαρμογή. Το κράτος στη χώρας μας ιστορικά, από τη αρχή της ίδρυσης του, εδραιώθηκε στη βάση του «πελατειακού κράτους» και όχι της εξυπηρέτησης κοινωνικών συμφερόντων των πολιτών του. Αυτό έχει οδηγήσει και στο τύπο δημόσιας διοίκησης που διαθέτουμε αλλά και της υπερμεγένθυσης τομέων της όπου υπάρχουν υπεράριθμοι υπάλληλοι και την ίδια στιγμή τομείς που υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και μάλιστα εξειδικευμένο. Αυτό, γιατί στις προσλήψεις κυριαρχούσε σε πολλές περιπτώσεις το ρουσφέτι και όχι οι πραγματικές ανάγκες της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών της, ή ακόμα από το γεγονός ότι υπάρχουν εκατοντάδες δημόσιοι οργανισμοί που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξη τους, π.χ.  ο Οργανισμός αποξήρανσης της λίμνης της Κωπαΐδας, συνέχισε να υπάρχει μετά από σαράντα χρόνια που ολοκληρώθηκε το έργο. Αυτά όλα άρχισαν να αντιμετωπίζονται αφού φτάσαμε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Όπως το σχέδιο συγχωνεύσεων και κλεισίματος δημόσιων οργανισμών. Στη συνέχεια βλέπουμε να έχει αποδυναμωθεί αυτή η συζήτηση με κίνδυνο την γνωστή τάση σε αυτή τη χώρα «άφησε το» και θα ξεχαστεί», για να μη αλλάξει τίποτα στο τέλος.
Συμπερασματικά: με την ευκαιρία του θανάτου της σιδηράς κυρίας, οι πολιτικές του Θατσερισμού και Ρηγκανισμού στις ΗΠΑ και ΗΒ βρήκαν πρόσφορο έδαφος στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η  μεγάλη πετρελαϊκή κρίση του 1973 στη παγκόσμια οικονομία, από την οποία έβγαινε το σύνολο των χώρων του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, μετά από μια περίοδο μακράς σταθερότητας που κυριάρχησε η σοσιαλδημοκρατία – εργατικά κόμματα στις κυβερνήσεις και οι θεωρίες της πλήρους απασχόλησης. Στη συνέχεια βρήκαν αντικειμενικό έδαφος οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, μέσω αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητας του κρατικού παρεμβατισμού στη οικονομία, και της επανόδου κυριαρχίας των αγορών και των θεωριών της «αποτελεσματικότητας  της αυτορρύθμισης» τους, σε δύο από τις μεγαλύτερες σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες. Εμείς από την άλλη την ίδια χρονική περίοδο, σαν χώρα διανύαμε μιας εντελώς ξεχωριστή και διαφορετική πορεία. Εδραιωνόταν στη εξουσία το Πασοκ, που σήμαινε παραπέρα ενίσχυση του δημόσιου τομέα,  ανάπτυξη και κάλυψη αναγκών που χαρακτήριζαν τη φάση της υστερο-ανάπτυξης και καθυστέρησης των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου και της χούντας των συνταγματαρχών, και την παραπέρα εδραίωση της δημοκρατίας που είχε ξεκινήσει με τη μεταπολίτευση και το Κ. Καραμανλή.
Η είσοδο της χώρας στη ΕΟΚ και οι ροές μεγάλων χρηματοδοτικών ενισχύσεων υπέθαλψαν προσωρινά τις πραγματικές ανάγκες για εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης από τη μια πλευρά και της παραγωγικής ανασυγκρότησης που είχε ανάγκη η χώρα, στο νέο διεθνές περιβάλλον όπως διαμορφωνόταν και ιδιαίτερα μετά τη ένταξη μας στη ΕΟΚ. Κυριάρχησαν οι λογικές του κρατισμού ακόμα και στις περιπτώσεις των ιδιωτικών επενδύσεων θεωρούταν υποχρέωση του κράτους η χρηματοδοτική στήριξη χωρίς την ύπαρξη πλαισίου και μηχανισμών ελέγχων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, για να θυμηθούμε μόνο, πώς λειτούργησε ο αναπτυξιακός Ν.1262/82 ή τι τεράστιοι πόροι κατασπαταλήθηκαν για τη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης αυτής της χώρας και την δημιουργία των νεόπλουτων του «μικρομεσαίου παραγωγικού μοντέλου» μας, ή της απεριόριστης διεύρυνσης και ενίσχυσης του δημόσιου με πολιτικά και όχι οικονομικά κίνητρα που αποτελούν την απαρχή του ξέφρενου δανεισμού, που πολύ αργότερα θα αντιληφθούμε όλοι μας τις συνέπειες που σήμερα πλέον βιώνουμε. Όλες αυτές οι πολιτικές έγιναν στο όνομα του αγώνα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, από τα κόμματα εξουσίας, και με την προτροπή ή ανοχή των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεξιάς ή  αριστεράς. Το κυρίαρχο δόγμα για πολύ μεγάλη περίοδο στη χώρα μας είναι ο αγώνας ενάντια στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού όπως τις εισάγαμε μέσω των ΜΜΕ όταν ακόμα και στοιχειώδεις πολιτικές προστασίας και υπεράσπισης του δημόσιου χρήματος και συμφέροντος, τις βαπτίζαμε νεοφιλελεύθερες. Όλοι θυμόμαστε ότι ο Κ. Σημίτης ήταν πάντα το «μαύρο πρόβατο» για τα συνδικάτα επειδή σε δύο διαφορετικές περιόδους είχε ταυτιστεί με την προσπάθεια νοικοκυρέματος  της Ελληνικής οικονομίας και είχε ταυτιστεί με περιοριστικές εισοδηματικές πολιτικές. Που κατά την προσφιλή άποψη της αριστεράς χαρακτηριζόταν με την μεγαλύτερη ευκολία «νεοφιλελευθερισμός». Όπως επίσης η προσπάθεια του Τ. Γιαννίτση για την εξυγίανση του ασφαλιστικού μας συστήματος. Οικονομικές πολιτικές αναδιανομής, χωρίς να συνοδεύονται με οικονομικές πολιτικές ανάπτυξης και δημιουργίας νέου πλούτου, ιδιαίτερα κάτω από την ξεγνοιασιά και το συνεχή δανεισμού του δημόσιου τομέα, με συνθήματα που μπορεί να ικανοποιούν βραχυπρόθεσμα όπως «Τσοβόλα δώστα όλα» ή «100.000 νέες θέσεις στο δημόσιο», μακροπρόθεσμα όμως μόνο σε αδιέξοδα μπορεί να οδηγήσουν.  Έτσι φτάσαμε στο σημείο που είμαστε σήμερα. Η οικονομία είναι επιστήμη και οι οικονομικές πολιτικές είναι μέσα για τους κυβερνώντες να διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και το μέλλον των πολιτών τους. Όταν κυριαρχούν οι πολιτικές σκοπιμότητες και οι μονόδρομοι  στήριξης της πολιτικής εξουσίας των κομματικών συμφερόντων, χωρίς να αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος που επιβάλλουν οι αλλαγές και τα γεγονότα σε εξέλιξη, τότε μοιραία φτάνουμε στο σημείο που είμαστε σήμερα. Το ερώτημα είναι. Μπορούμε με βάση συμβάντα όπως είναι και ο θάνατος της σιδηράς κυρίας Μάργκαρετ  Θάτσερ να μπορούμε να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα ή θα συνεχίσουμε να βαπτίζουμε κάθε τι που ξεφεύγει από τον «κρατισμό» σαν «νεοφιλελευθερισμό», όταν μάλιστα τις συνέπειες του τις πληρώνουμε σήμερα πολύ ακριβά.

Αρτεμακης Μιχάλης
artenakism@ameksa.gr       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου