Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Ιταλικές εκλογές παράγοντας σταθεροποίησης του Νότου και της Ευρωζώνης

Δύο πολύ εύστοχες πολιτικές παρατηρήσεις έχουν γίνει στην τωρινή φάση της προεκλογικής περιόδου στην γειτονική Ιταλία από τον καθηγητή ΜΑΡΙΟ ΜΟΝΤΙ επικεφαλής του κεντρώου συνδυασμού, τον οποίο οι δημοσκοπήσεις μέχρι στιγμής φέρνουν στην 4η θέση.
Η μία αφορά την Φοροδιαφυγή, που ως γνωστό είναι αρκετά διαδεδομένη στη γειτονική μας χώρα (μια θέση πίσω από την Ελλάδα, μεταξύ των 17 Ευρωζώνης). Ο καθηγητής επισημαίνει  «ότι ορισμένοι Ιταλοί, βάζουν χέρι στις τσέπες άλλων Ιταλών».
Η δεύτερη πολιτική διαπίστωση  του καθηγητή είναι και απάντηση στο Σίλβιο Μπερλουσκόνι στις «προτάσεις choc» του Καβαλιέρε όπως έχουν χαρακτηρισθεί που εξηγούν και την δημοσκοπική άνοδο του «κόμματος της Eλευθερίας» και του κεντροδεξιού πόλου. Ο Μπερλουσκόνι υπόσχεται την κατάργηση του φόρου για την πρώτη κατοικία και επιστροφή του φόρου που έχει καταβληθεί για το 2012. Ο καθηγητής κατήγγειλε τον Μπερλουσκόνι ότι με «χρήματα των Ιταλών προσπαθεί να εξαγοράσει την ψήφο των Ιταλών». Το μέτρο είχε προταθεί από την κυβέρνηση ΜΟΝΤΙ και είχε ψηφιστεί από όλα τα κόμματα που την στήριζαν μαζί και του κόμματος της Ελευθερίας του Σ. Μπερλουσκόνι.
Είναι σαφές ότι ο φόρος, είναι ένας έκτακτος φόρος που στόχο είχε να καλύψει ελλείμματα του προϋπολογισμού. Και αν θα καταργηθεί θα πρέπει πάλι από χρήματα των Ιταλών να αντικατασταθεί.
Όλα τα παραπάνω μας θυμίζουν τα δικά μας. Όλους εκείνους που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν την φοροδιαφυγή κάνοντας διακρίσεις μεταξύ μεγάλων – μικρών επιχειρήσεων υποστηρίζοντας «ότι η φοροδιαφυγή είναι νόμιμο όπλο για την μικρομεσαία επιχείρηση για να επιβιώσει» και άλλα ευτράπελα, λες και η φοροδιαφυγή είναι φαινόμενο που ξεκίνησε μετά το μνημόνιο και την κρίση και δεν ήταν εκτεταμένη σε επαγγελματίες, επιχειρήσεις και αγρότες στην προ-κρίσης περίοδο. Επίσης μας θυμίζουν όλους εκείνους του πολιτικού συστήματος στην χώρα μας που νομιμοποιούν τα κινήματα του «δεν πληρώνω» μεταφέροντας στην ουσία τα βάρη για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, στα μόνιμα υποζύγια τους μισθωτούς και συνταξιούχους, γιατί όταν μια κατηγορία του πληθυσμού σε μια χώρα απαλλάσσεται, μια άλλη θα επιβαρύνεται. Αλήθεια πια μπορεί να είναι η λογική κλωστή που μπορεί να οδηγεί σε συναντίληψη ένα κεντροδεξιό κόμμα, όπως είναι το κόμμα της Ελευθερίας του Σ. Μπερλουσκόνι, με το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς του Α.Τσίπρα; Νομίζω ότι η λογική κλωστή είναι ο λαϊκισμός  που στην περίπτωση της Ιταλίας, όπως τονίζει και ο καθηγητής Μ. Μοντι επιτρέπει την εξαγορά των ψήφων με τα λεφτά των Ιταλών.
Οι εκλογές στις 24 & 25 Φεβρουαρίου στην Ιταλία είναι κρίσιμες για την χώρα και έχουν σημαντική βαρύτητα για την Ευρωζώνη και την κρίση που διέρχεται, αλλά πάνω από όλα για την σταθερότητα του Νότου και ιδιαίτερα για την χώρα μας.
Η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης και η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη στη Ευρώπη μετά την Γερμανία, η οποία στηρίζεται στις δυναμικές εξωστρεφείς Μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Κέντρου και του Βορρά
Το πολιτικό της σύστημα Ιταλίας πέρασε την σοβαρότερη κρίση του την δεκαετία του 90, λόγω των μιζών του Μιλάνου και όλοι θυμόμαστε το κίνημα «καθαρά χέρια» των δικαστών που πρωταγωνίστησε ο δικαστής Ντι Πιέτρο, ο οποίος στη συνέχεια ηγήθηκε πολιτικού κόμματος το «κόμμα των Αξιών». Παράλληλα διαλύθηκαν τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, οι Χριστιανοδημοκράτες και το Σοσιαλιστικό κόμμα, τα οποία κυβέρνησαν από την απελευθέρωση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90. Στην συνέχεια εμφανίστηκαν τα αποσχιστικά και λαϊκιστικά κόμματα, το Κόμμα της Ελευθερίας του Σ. Μπερλουσκόνι, η Λίγκα του Βορρά του Μπόσι, το «Κίνημα των 5 αστέρων» του ηθοποιού Πέπε Γκρίλο, κλπ. Τα δύο πρώτα κυβέρνησαν για δύο δεκαετίες την χώρα και είναι και τα κόμματα που ευθύνονται για την σημερινή της κρίση.
Ο  Μπερλουσκόνι τις ευθύνες για την κρίση τις αποδίδει στους Γερμανούς και στην Μέρκελ. Και αυτό κάτι θυμίζει από τα καθημάς. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις σε σχέση με την πρόθεση ψήφου, δύο βδομάδες πριν τις εκλογές, δίνουν προβάδισμα 7 μονάδων στην κεντροαριστερά που ηγείται το «Δημοκρατικό Κόμμα» του Μπερσάνι με ποσοστά του 37,2% που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο βασικός εταίρος σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης, σε συνεργασία με το κεντρώο κόμμα που ηγείται ο Μάριο Μόντι και οι δημοσκοπήσεις του δίνουν 12,9%. Ενώ το κεντροδεξιό κόμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι παρουσιάζει συνεχή άνοδο και έχει φτάσει το 29,7%. Η δημοκοπική άνοδος σημείωθηκε μετά και από τις «προτάσεις choc» του Καβαλιέρε και όχι μόνο. Τα υπόλοιπα κόμματα συγκεντρώνουν το 20,2% της πρόθεσης ψήφου. Να δούμε εάν στις επόμενες εβδομάδες που απομένουν μέχρι τις 24 & 25 Φεβρουαρίου, μέχρι τις Ιταλικές εκλογές εάν το θετικό trend για το Κόμμα της Ελευθερίας (Pdl) του Μπερλουσκόνι συνεχιστεί.
Το κέντρο, εκπροσωπούμενο από το Μ. Μόντι και τους συμμάχους του παρά την μικρή μείωση τελευταία, συνεχίζει να έχει το 13% του εκλογικού σώματος. Ο ex-εισαγγελέας Ινκροϊα, που ανήκει στη άκρα αριστερά διατηρεί το 4-5% και ο Γκρίλο του Κινήματος των 5 αστέρων το 14-15% το οποίο είναι το πιο δημοφιλές κόμμα μεταξύ των νέων που ψηφίζουν για πρώτη φορά.
Η καθαρή διαφορά των 7 μονάδων που χωρίζει την κεντροδεξιά από την κεντροαριστερά, φαίνεται να διασφαλίζει μέχρι στιγμής μια καθαρή νίκη του συνασπισμού της Κεντροαριστεράς του Μπερσάνι και κατά συνέπεια χάρη στο εκλογικό νόμο, μια διευρυμένη πλειοψηφία (55% των εδρών) στην Βουλή. Όμως το σύστημα στη Ιταλία είναι με δύο σώματα. Για τη Γερουσία η κατάσταση είναι πολύ σύνθετη. Για να διασφαλίσει η κεντροαριστερά την πλειοψηφία και στη Γερουσία θα πρέπει να είναι πρώτο κόμμα σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Στην πλειοψηφία των περιφερειών με βάση τις δημοσκοπήσεις είναι πρώτο κόμμα η κεντροαριστερά, όχι όμως στη περιφέρεια του Βένετο και στις περιφέρειες κλειδιά Λομβαρδίας και Σικελίας όπου το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο.
Σε κάθε περίπτωση το πιθανό σενάριο για την γειτονική μας χώρα είναι : κυβέρνηση κεντροαριστεράς σε συνεργασία με το κέντρο του Μόντι με επικεφαλής στη κυβέρνηση το Μπερσάνι από το Δημοκρατικό Κόμμα. Αυτό προδιαγράφει και τη συνέχιση της μεταστροφής της Ε.Ε. προς πιο προοδευτικές κυβερνήσεις μετά και τη Γαλλία, το πέρασμα από τις συντηρητικές δυνάμεις σε σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές. Όμως θα είναι και ισχυρή ήττα του φαινόμενου του λαϊκισμού στη πολιτική ζωή της Ε.Ε..

Αρτεμάκης Μιχάλης
artemakism@ameksa.gr      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου